Posts Tagged ‘ποίηση

21
Αυγ.
13

Άφησέ με να ‘ρθω μαζί σου, τι φεγγάρι απόψε…

Η αυγουστιάτικη πανσέληνος θεωρήθηκε μέσα στους χρόνους ως η ομορφότερη και πιο ρομαντική σε σύγκριση με κάθε άλλη μέσα στο χρόνο. Ίσως η νοσταλγική διάθεση του καλοκαιριού που εκπνέει σιγά σιγά να συνέβαλε το λιθαράκι της στο επικρατές αυτό κοινό αίσθημα. Μολαταύτα δεν παύει να συγκινεί ακόμη και τους πιο σκληροτράχηλους ορθολογιστές, όταν σηκώνουν ένα τέτοιο βράδυ το βλέμμα τους στον ξάστερο ουρανό για να νιώσουν λίγη από την ασημόσκονή της να πέφτει επάνω στο πρόσωπο τους. Σε μας που μας λείπει ο ελληνικός ουρανός χαρίζω τη Σονάτα του σεληνόφωτος για να βρέξουμε λίγο τα μάτια μας με ποιητικές εικόνες. Σε σας που τον χαίρεστε και μπορείτε να τον κοιτάξετε να στέκει πάνω από το κεφάλι σας χαρίζω τη μελωδία για να χορτάσετε όλες σας τις αισθήσεις.

Ἀνοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιοῦ σπιτιοῦ. Μιὰ ἡλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στὰ μαῦρα μιλάει σ᾿ ἕναν νέο. Δὲν ἔχουν ἀνάψει φῶς. Ἀπ᾿ τὰ δυὸ παράθυρα μπαίνει ἕνα ἀμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα νὰ πῶ ὅτι ἡ γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα ἔχει ἐκδώσει δυό-τρεῖς ἐνδιαφέρουσες ποιητικὲς συλλογὲς θρησκευτικῆς πνοῆς. Λοιπόν, ἡ Γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα μιλάει στὸν νέο.

Ἄφησέ με ναρθῶ μαζί σου. Τί φεγγάρι ἀπόψε! Εἶναι καλὸ τὸ φεγγάρι, – δὲ θὰ φαίνεται ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου. Τὸ φεγγάρι θὰ κάνει πάλι χρυσὰ τὰ μαλλιά μου. Δὲ θὰ καταλάβεις. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Ὅταν ἔχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οἱ σκιὲς μὲς στὸ σπίτι, ἀόρατα χέρια τραβοῦν τὶς κουρτίνες, ἕνα δάχτυλο ἀχνὸ γράφει στὴ σκόνη τοῦ πιάνου λησμονημένα λόγια – δὲ θέλω νὰ τ᾿ ἀκούσω. Σώπα.

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου λίγο πιὸ κάτου, ὡς τὴ μάντρα τοῦ τουβλάδικου, ὡς ἐκεῖ ποὺ στρίβει ὁ δρόμος καὶ φαίνεται ἡ πολιτεία τσιμεντένια κι ἀέρινη, ἀσβεστωμένη μὲ φεγγαρόφωτο τόσο ἀδιάφορη κι ἄϋλη, τόσο θετικὴ σὰν μεταφυσικὴ ποὺ μπορεῖς ἐπιτέλους νὰ πιστέψεις πὼς ὑπάρχεις καὶ δὲν ὑπάρχεις πὼς ποτὲ δὲν ὑπῆρξες, δὲν ὑπῆρξε ὁ χρόνος κ᾿ ἡ φθορά του. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Θὰ καθίσουμε λίγο στὸ πεζούλι, πάνω στὸ ὕψωμα, κι ὅπως θὰ μᾶς φυσάει ὁ ἀνοιξιάτικος ἀέρας μπορεῖ νὰ φαντάζουμε κιόλας πὼς θὰ πετάξουμε, γιατί, πολλὲς φορές, καὶ τώρα ἀκόμη, ἀκούω τὸ θόρυβο τοῦ φουστανιοῦ μου, σὰν τὸ θόρυβο δυὸ δυνατῶν φτερῶν ποὺ ἀνοιγοκλείνουν, κι ὅταν κλείνεσαι μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν ἦχο τοῦ πετάγματος νιώθεις κρουστὸ τὸ λαιμό σου, τὰ πλευρά σου, τὴ σάρκα σου, κι ἔτσι σφιγμένος μὲς στοὺς μυῶνες τοῦ γαλάζιου ἀγέρα, μέσα στὰ ρωμαλέα νεῦρα τοῦ ὕψους, δὲν ἔχει σημασία ἂν φεύγεις ἢ ἂν γυρίζεις οὔτε ἔχει σημασία ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου, δὲν εἶναι τοῦτο ἡ λύπη μου – ἡ λύπη μου εἶναι ποὺ δὲν ἀσπρίζει κ᾿ ἡ καρδιά μου. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο. Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
 

 
Φορές-φορές, τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει, ἔχω τὴν αἴσθηση πὼς ἔξω ἀπ᾿ τὰ παράθυρα περνάει ὁ ἀρκουδιάρης μὲ τὴν γριὰ βαριά του ἀρκούδα μὲ τὸ μαλλί της ὅλο ἀγκάθια καὶ τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στὸ συνοικιακὸ δρόμο ἕνα ἐρημικὸ σύννεφο σκόνη ποὺ θυμιάζει τὸ σούρουπο καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν γυρίσει σπίτια τους γιὰ τὸ δεῖπνο καὶ δὲν τ᾿ ἀφήνουν πιὰ νὰ βγοῦν ἔξω μ᾿ ὅλο ποὺ πίσω ἀπ᾿ τοὺς τοίχους μαντεύουν τὸ περπάτημα τῆς γριᾶς ἀρκούδας -κ᾿ ἡ ἀρκούδα κουρασμένη πορεύεται μὲς στὴ σοφία τῆς μοναξιᾶς της, μὴν ξέροντας γιὰ ποῦ καὶ γιατί -ἔχει βαρύνει, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ χορεύει στὰ πισινά της πόδια δὲν μπορεῖ νὰ φοράει τὴ δαντελένια σκουφίτσα της νὰ διασκεδάζει τὰ παιδιά, τοὺς ἀργόσχολους τοὺς ἀπαιτητικοὺς καὶ τὸ μόνο ποὺ θέλει εἶναι νὰ πλαγιάσει στὸ χῶμα ἀφήνοντας νὰ τὴν πατᾶνε στὴν κοιλιά, παίζοντας ἔτσι τὸ τελευταῖο παιχνίδι της, δείχνοντας τὴν τρομερή της δύναμη γιὰ παραίτηση, τὴν ἀνυπακοή της στὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων, στοὺς κρίκους τῶν χειλιῶν της, στὴν ἀνάγκη τῶν δοντιῶν της, τὴν ἀνυπακοή της στὸν πόνο καὶ στὴ ζωὴ μὲ τὴ σίγουρη συμμαχία τοῦ θανάτου -ἔστω κ᾿ ἑνὸς ἀργοῦ θανάτου- τὴν τελική της ἀνυπακοὴ στὸ θάνατο μὲ τὴ συνέχεια καὶ τὴ γνώση τῆς ζωῆς ποὺ ἀνηφοράει μὲ γνώση καὶ μὲ πράξη πάνω ἀπ᾿ τὴ σκλαβιά της.

Μὰ ποιὸς μπορεῖ νὰ παίξει ὡς τὸ τέλος αὐτὸ τὸ παιχνίδι; Κ᾿ ἡ ἀρκούδα σηκώνεται πάλι καὶ πορεύεται ὑπακούοντας στὸ λουρί της, στοὺς κρίκους της, στὰ δόντια της, χαμογελώντας μὲ τὰ σκισμένα χείλια της στὶς πενταροδεκάρες ποὺ τὶς ρίχνουνε τὰ ὡραῖα καὶ ἀνυποψίαστα παιδιὰ ὡραῖα ἀκριβῶς γιατί εἶναι ἀνυποψίαστα καὶ λέγοντας εὐχαριστῶ. Γιατί οἱ ἀρκοῦδες ποὺ γεράσανε τὸ μόνο ποὺ ἔμαθαν νὰ λένε εἶναι: εὐχαριστῶ, εὐχαριστῶ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Συχνὰ πετάγομαι στὸ φαρμακεῖο ἀπέναντι γιὰ καμιὰν ἀσπιρίνη ἄλλοτε πάλι βαριέμαι καὶ μένω μὲ τὸν πονοκέφαλό μου ν᾿ ἀκούω μὲς στοὺς τοίχους τὸν κούφιο θόρυβο ποὺ κάνουν οἱ σωλῆνες τοῦ νεροῦ, ἢ ψήνω ἕναν καφέ, καί, πάντα ἀφηρημένη, ξεχνιέμαι κ᾿ ἑτοιμάζω δυὸ – ποιὸς νὰ τὸν πιεῖ τὸν ἄλλον;- ἀστεῖο ἀλήθεια, τὸν ἀφήνω στὸ περβάζι νὰ κρυώνει ἢ κάποτε πίνω καὶ τὸν δεύτερο, κοιτάζοντας ἀπ᾿ τὸ παράθυρο τὸν πράσινο γλόμπο τοῦ φαρμακείου σὰν τὸ πράσινο φῶς ἑνὸς ἀθόρυβου τραίνου ποὺ ἔρχεται νὰ μὲ πάρει μὲ τὰ μαντίλια μου, τὰ σταβοπατημένα μου παπούτσια, τὴ μαύρη τσάντα μου, τὰ ποιήματά μου, χωρὶς καθόλου βαλίτσες – τί νὰ τὶς κάνεις; – Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Ὄχι, δὲ θἄρθω. Καληνύχτα. Ἐγὼ θὰ βγῶ σὲ λίγο. Εὐχαριστῶ. Γιατί ἐπιτέλους, πρέπει νὰ βγῶ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ τσακισμένο σπίτι. Πρέπει νὰ δῶ λιγάκι πολιτεία, -ὄχι, ὄχι τὸ φεγγάρι – τὴν πολιτεία μὲ τὰ ροζιασμένα χέρια της, τὴν πολιτεία τοῦ μεροκάματου, τὴν πολιτεία ποὺ ὁρκίζεται στὸ ψωμὶ καὶ στὴ γροθιά της τὴν πολιτεία ποὺ ὅλους μας ἀντέχει στὴν ράχη της μὲ τὶς μικρότητές μας, τὶς κακίες, τὶς ἔχτρες μας, μὲ τὶς φιλοδοξίες, τὴν ἄγνοιά μας καὶ τὰ γερατειά μας,-ν᾿ ἀκούσω τὰ μεγάλα βήματα τῆς πολιτείας, νὰ μὴν ἀκούω πιὰ τὰ βήματά σου μήτε τὰ βήματα τοῦ Θεοῦ, μήτε καὶ τὰ δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

Τὸ δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πὼς κάποιο σύννεφο θἄκρυβε τὸ φεγγάρι. Μονομιᾶς, σὰν κάποιο χέρι νὰ δυνάμωσε τὸ ραδιόφωνο τοῦ γειτονικοῦ μπάρ, ἀκούστηκε μία πολὺ γνώστη μουσικὴ φράση. Καὶ τότε κατάλαβα πὼς ὅλη τούτη τὴ σκηνὴ τὴ συνόδευε χαμηλόφωνα ἡ «Σονάτα τοῦ Σεληνόφωτος», μόνο τὸ πρῶτο μέρος. Ὁ νέος θὰ κατηφορίζει τώρα μ᾿ ἕνα εἰρωνικὸ κ᾿ ἴσως συμπονετικὸ χαμόγελο στὰ καλογραμμένα χείλη του καὶ μ᾿ ἕνα συναίσθημα ἀπελευθέρωσης. Ὅταν θὰ φτάσει ἀκριβῶς στὸν Ἅη-Νικόλα, πρὶν κατεβεῖ τὴ μαρμαρίνη σκάλα, θὰ γελάσει, -ἕνα γέλιο δυνατό, ἀσυγκράτητο. Τὸ γέλιο του δὲ θ᾿ ἀκουστεῖ καθόλου ἀνάρμοστα κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι. Ἴσως τὸ μόνο ἀνάρμοστο νἆναι τὸ ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ἀνάρμοστο. Σὲ λίγο, ὁ Νέος θὰ σωπάσει, θὰ σοβαρευτεῖ καὶ θὰ πεῖ «Ἡ παρακμὴ μιᾶς ἐποχῆς». Ἔτσι, ὁλότελα ἥσυχος πιά, θὰ ξεκουμπώσει πάλι τὸ πουκάμισό του καὶ θὰ τραβήξει τὸ δρόμο του. Ὅσο γιὰ τὴ γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα, δὲν ξέρω ἂν βγῆκε τελικὰ ἀπ᾿ τὸ σπίτι. Τὸ φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Καὶ στὶς γωνιὲς τοῦ δωματίου οἱ σκιὲς σφίγγονται ἀπὸ μίαν ἀβάσταχτη μετάνοια, σχεδὸν ὀργή, ὄχι τόσο γιὰ τὴ ζωὴ ὅσο γιὰ τὴν ἄχρηστη ἐξομολόγηση. Ἀκοῦτε; τὸ ραδιόφωνο συνεχίζει.

Γιάννης Ρίτσος – Ἡ σονάτα τοῦ σεληνόφωτος
Πηγή

19
Αυγ.
13

Blue Monday: Ο Αύγουστος

Ο Αύγουστος ελούζονταν
λούζοντας την αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν
άστρα και γιασεμιά.

Αύγουστε μήνα και Θεέ
σε σένανε ορκιζόμαστε
πάλι του χρόνου να μας βρεις
στο βράχο να φιλιόμαστε.

Ο Αύγουστος ελούζονταν
λούζοντας την αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν
άστρα και γιασεμιά.

Απ’ την Παρθένο στο Σκορπιό
χρυσή κλωστή να ράψουμε
κι έναν θαλασσινό σταυρό
στη χάρη σου ν’ ανάψουμε.

Οδυσσέας Ελύτης

12
Αυγ.
13

Blue Monday: Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού

Ouranoupolis1962ΤΩΡΑ έχουν κλείσει τα σχολεία. Έχουμε καλοκαίρι.
Μαζεύουμε λουλούδια και τζιτζίκια και γεμίζουμε το γραφείο του
πατέρα και τα τραπέζια όπου σκύβαμε τις νύχτες του χειμώνα
διαβάζοντας λατινικά.
Αντί για αλάτι ρίχνουμε κρυφά δυό φούχτες ήλιο και φαί που
μαγερεύει η μάνα μας.
Το μεσημέρι δε θα φάει κανένας.
Μέσα στα πιάτα θα γυαλίζει ο ήλιος.
Ο πατέρας θα ‘ναι σοβαρός.
Η μητέρα λυπημένη.
Εμείς θα κάνουμε πως δεν ξέρουμε τίποτα.
Θα κοιτάμε απ’ το παράθυρο τον ήλιο και θα κρυφογελάμε.
Εμείς θα φάμε το φαί μας.
Κι όταν έρθει μεθαύριο ο χειμώνας, ακόμα ο ήλιος θα φέγγει στην
καρδιά μας.

Γ. Ρίτσος Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού (1980) και Ν.Γ. Πεντζίκης Ουρανούπολις (1962)

05
Αυγ.
13

Blue Monday: Σώμα του καλοκαιριού

Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή
Πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες
Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος
Τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους
Της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά σιγά
Και πλάι απ’ το νερό που στάζει συλλαβίζοντας
Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο!

Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές
Ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα
Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ’ αυτιά του
Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του
Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης
Κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα

Σταλμένο απ’ τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε:

Ω σώμα του καλοκαιριού γυμνό καμένο
Φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι
Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς
Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς
Άχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο
Γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες
Σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας!

Οδυσσέας Ελύτης – Σώμα του καλοκαιριού

23
Μάι.
13

Delusion Angel

Με αφορμή την επικείμενη κυκλοφορία του Before Midnight που λογικά θα ολοκληρώσει την τριλογία περί έρωτα του Richard Linklater ξεχωρίζουμε μια στιγμή από καθεμιά από τις ταινίες που προηγήθηκαν.

Before Sunrise, 1995

before-sunrise

Η Celine και ο Jesse βολτάρουν στη Βιέννη όταν ένας πλανόδιος ποιητής (ναι υπάρχουν και τέτοιοι!!) τούς προτείνει να τους γράψει ένα ποίημα με θέμα όποια λέξη αυτοί διαλέξουν ώστε να «κερδίσει» την οικονομική τους βοήθεια. Επιλέγουν τη λέξη «milkshake» και εκείνος τους παρουσιάζει το Delusion Angel, που δείχνει να είναι γραμμένο ειδικά για αυτούς και την «περιπέτεια» που ζουν.

Delusion Angel

daydream delusion

limousine eyelash

oh baby with your pretty face

drop a tear in my wine glass

look at those big eyes on your face

see what you mean to me

sweet cakes and milk shakes

I’m a delusion angel

I’m a fantasy parade

I want you to know what I think

don’t want you to guess anymore

you have no idea where I came from

we have no idea where we’re going

lodged in life like two branches in a river

caught in the current

flowing downstream

I’ll carry you you carry me

that’s how it could be

don’t you know me

don’t you know me by now…

Το ποίημα γράφτηκε ειδικά για την ταινία από τον David Jewell και παρατίθεται όπως δημοσιεύτηκε στη σελίδα του – φέρει δηλαδή κάποιες προσθήκες σε σχέση με αυτό που παρουσιάστηκε στην ταινία. Στην ταινία τον ποιητή ερμηνεύει ο Dominik Castell.

17
Απρ.
13

Τοπία Αθήνας

Τοπίο πρώτο

Η βραδιά είχε εξελιχθεί πολύ καλύτερα απ’ όσο περίμενα. Βραδιά αφιερωμένη στη Ποίηση.

IMG_2439Τι και εάν ο Μίχος δεν είχε όρεξη για κουβέντες ή ο Παστάκας έλαμπε δια της απουσίας του, η εκδήλωση είχε καλό ρυθμό, κάνοντας ακόμα και κάποιες άστοχες απαγγελίες να ηχούν ανθρώπινες απέναντι στις μεταρσιωτικές απόπειρες κάποιων άλλων ποιηταράδων. Ωστόσο μετά από τέσσερις ώρες ορθοστασία – παρόλα τα τρία ποτήρια κόκκινο – τα γόνατα διαμαρτύρονταν έντονα. Εκείνη τη στιγμή λοιπόν που προσπαθούσε το σώμα να επιβάλλει στο θυμικό την άποψή του, νιώθω μια κιθάρα να με χτυπάει στο ισχίο. Γυρίζω και βλέπω έναν τύπο γύρω στα πενήντα με γκρίζες φαβορίτες, γυαλί μυωπίας στο κούτελο, ζελέ στο μαλλί και με έναν εκνευρισμό να τον διακατέχει. Ήταν ο Βαλκάνιος Johnny Cash. Ακόμα και ο τρόπος που είχε περάσει τη κιθάρα του στη πλάτη συνέτεινε καταφατικά στο συμπέρασμα αυτό. Ασφαλώς δεν είχε καταλάβει ότι με είχε χτυπήσει και εγώ δεν μπήκα στη διαδικασία να του υποδείξω να είναι λίγο πιο προσεκτικός με τη κιθάρα, γιατί το ‘βλεπα ότι δεν με έπαιρνε… Λίγο αργότερα ανέβηκε στη σκηνή. Κατέθεσε, αρχικά, την άποψή του για τον ρόλο της ποίησης και των ποιητών με τρόπο οξύ και καθαρό. Δεν άφησε περιθώρια παρεξηγήσεων. Η επιτηδευμένη αδιαφορία που έδειξε μια μερίδα του κόσμου έκανε τον γρίφο του ακόμα πιο ενδιαφέροντα στο πρόσωπό μου. Εν συνεχεία μας τραγούδησε Αρσένι Ταρκόφσκι, τον πατέρα του γνωστού, επαναστατικές ρίμες ενός Ισπανού αναρχικού και τέλος μια μελοποίηση πάνω σε δική του ποίηση για το μάταιο του ζην εάν σωπαίνει η ψυχή του ανθρώπου

IMG_2445

Εν τω μεταξύ τα φώτα στο Polis art Cafe αποσύρθηκαν διακριτικά αφήνοντας το φεγγάρι να πλαταγίζει πάνω στα γυαλιά του Θάνου Ανεστόπουλου.

 

 

 

 

28
Μαρ.
13

Letras españolas.2: Pedro Salinas – Ερωτικό

Η 21η Μαρτίου γιορτάζεται από το 1999 ως Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης από την UNESCO. Επιλέχθηκε η ημέρα της εαρινής ισημερίας, καθώς συνδυάζει το φως με το σκοτάδι, όπως η ποίηση συνδυάζει την αισιοδοξία με το πένθος (Πηγή και περισσότερα ενδιαφέροντα στοιχεία στο sansimera.gr).

Την ημέρα αυτή γιόρτασε το Ινστιτούτο Cervantes της Αθήνας μια ημέρα νωρίτερα με μια μουσική βραδιά με τον Antonio Chincoa, συνθέτη και τραγουδιστή από τη Σεβίλλη, που είναι κάτοικος Ελλάδας από το 1997. Ο Chincoa μελοποίησε ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη σε ένα δίσκο που κυκλοφόρησε το 2007 με τον τίτλο «Τραγούδια για τον έρωτα και το θάνατο«. Στη βραδιά αυτή το ρεπερτόριό του βασίστηκε σε ποιήματα των Mario Benedetti, Antonio Machado, Pablo Neruda, Jose Agustín Goytisolo, José Martí, Nicolás Guillén και βέβαια του Κώστα Καρυωτάκη. Περισσότερες πληροφορίες για την εκδήλωση μπορείτε να βρείτε εδώ.

erotic poems

Για να τιμήσουμε κι εμείς την ημέρα αυτή, παραθέτουμε ένα αγαπημένο ποίημα από το Μαδριλένο λογοτέχνη Pedro Salinas (1891-1951). Το “Pensar en ti esta noche” (Το να σε σκέφτομαι απόψε) ανήκει στη συλλογή “Razón de amor” (Αιτία αγάπης) που κυκλοφόρησε το 1936. Το ποίημα παρατίθεται στο πρωτότυπο και ακολουθεί μετάφρασή του στα ελληνικά από τη Virginia López Recio. Βιογραφικά στοιχεία για το Salinas και δύο ακόμα (ερωτικά) ποιήματά του μπορείτε να βρείτε στο e-poema.

PENSAR EN TI ESTA NOCHE

Pensar en ti esta noche
no era pensarte con mi pensamiento,
yo solo, desde mí. Te iba pensando
conmigo extensamente, el ancho mundo.

El gran sueño del campo, las estrellas,
callado el mar, las hierbas invisibles,
solo presentes en perfumes secos,
todo,
de Aldebarán al grillo te pensaba.

¡qué sosegadamente
se hacía la concordia
entre las piedras, los luceros,
el agua muda, la arboleda tremula,
todo lo inanimado,
y el alma mía
dedicándolo a ti! Todo acudia
dócil a mi Ilamada, a tu servicio,
ascendido a intención y a fuerza amante.
razon_de_amor
Concurrían las luces y las sombras
a la luz de quererte; concurrian
el gran silencio, por la tierra, plano,
suaves voces de nube, por el cielo,
al cántico hacia ti que en mi cantaba.
Una conformidad de mundo y ser,
de afán y tiempo, inverosímil tregua,
se entraba en mí, como la dicha entra
cuando llega sin prisa, beso a beso.
Y casi
dejé de amarte por amarte más,
en más que en mí, confiando inmensamente
ese empleo de amar a la gran noche
errante por el tiempo y ya cargaga
de misión, misionera
de un amor vuelto estrellas, calma, mundo,
salvado ya del miedo
al cadáver que queda si se olvida.

[Το να σε σκέφτομαι απόψε]
μετάφραση: Virginia López Recio

Το να σε σκέφτομαι απόψε
δεν σήμαινε να σε σκέφτομαι με τη σκέψη μου,
εγώ μόνο, μέσα μου. Σε σκεφτόμουν
διεξοδικά μ’ εμένα, τον πλατύ κόσμο.
Το μεγάλο ονειροπόλημα του κάμπου, τ’ αστέρια,
η θάλασσα σιωπηλή, τα χορτάρια αόρατα,
παρόντα μόνο με τα ξηρά τους αρώματα,
σε όλα αυτά,
απ’ τον Αλδεβαράν ως τον γρύλλο σε σκεφτόμουν.
Πόσο ήρεμα
επικρατούσε η ομόνοια
ανάμεσα στις πέτρες, τα περίλαμπρα άστρα,
το μουγγό νερό, την τρεμουλιαστή συστάδα των δέντρων,
σ’ όλα τ’ άψυχα,
κι η δικιά μου ψυχή
τ’ αφιέρωνε όλα σ’ εσένα! Όλα να προστρέχουν
πειθήνια στο κάλεσμά μου, στην υπηρεσία σου,
ανυψωμένα σε πρόθεση και δύναμη αγάπης.
Έσμιγαν τα φώτα κι οι σκιές
στο φως της αγάπης μου, έσμιγε
η μεγάλη σιωπή πάνω στην επίπεδη γη,
φωνές απαλές απ’ τα σύννεφα, από τον ουρανό,
στο τραγούδι προς εσένα που τραγουδούσε μέσα μου.
Μια συμφωνία κόσμου και ύπαρξης,
βιασύνης και χρόνου, μια εκεχειρία απίθανη
απλωνόταν μέσα μου, όπως μπαίνει η ευτυχία
όταν έρχεται αβίαστα, φιλί με φιλί.
Και σχεδόν
σταμάτησα να σ’ αγαπώ για να σ’ αγαπήσω
μ’ άπειρη εμπιστοσύνη, περισσότερο απ’ αυτήν που έχω σ’ εμένα,
σ’ αυτήν την πράξη αγάπης προς τη μεγάλη νύχτα
που πλανιέται στον χρόνο κι επιφορτισμένη ήδη
με ιερή αποστολή, ιεραπόστολος αποδείχτηκε
μιας αγάπης που έγινε αστέρια, γαλήνη, κόσμος,
που σώθηκε πια απ’ τον φόβο
εκείνου του πτώματος που απομένει σαν ξεχαστεί.

Pedro_Salinas_by_Anselo
Ο Pedro Salinas σε γελοιογραφία του Anselo.

Viajeros Banner 
Αυτή την Πέμπτη και κάθε Πέμπτη από τις οχτώ ως τις δέκα το βράδυ, το Letras españolas συντονίζεται στο ifeelradio για να περιηγηθεί μουσικά από τη Γρανάδα ως την Κούβα κι από την Αργεντινή ως το Βίγκο με τους Viajeros του ispania.gr.
 

Για το Mixgrill, 20.03.2013

03
Μαρ.
13

Διακειμενικό (ή μια πρόταση)

masenka-laliotis

Ήταν ένα από εκείνα τα τυπικά καφενεία της επαρχίας με τις μεγάλες τζαμαρίες αντί για μπροστινούς τοίχους, μωσαϊκό στο πάτωμα, με καρέκλες και τραπέζια αγορασμένα από τους γύφτους της περιοχής. Η ώρα ήταν ήδη περασμένες τρεις το πρωί και είχαν μείνει μόνο οι τέσσερις τους – ακόμα και ο ιδιοκτήτης είχε φύγει πριν από μισή ώρα.  Το παιχνίδι είχε χαλάσει προ πολλού, αλλά κανείς δεν ήθελε να φύγει ακόμα. Ο Λιάπκιν ήταν τόσο πολύ σκνίπα που αντί για τις δύο αγαπημένες του λέξεις «πιντί, ούζο» έβγαζε κάτι άναρθρες κραυγές διακοπτόμενες από κάτι ρώσικα επιφωνήματα. Αλλά και οι υπόλοιποι τρεις δεν βρίσκονταν σε καλύτερη κατάσταση. Ο Πάστερνακ ψιθύριζε στιγμιότυπα ενός έρωτα που θα επιθυμούσε να μην είχε ζήσει, ενώ απέναντί του ο Ταρκόφσκι μετείκαζε ένα ξανθό πάθος, να κρέμεται από το βίαιο φιλί ενός στρατιώτη πάνω από μια τάφρο σε ένα δάσος τύφου. Ο ποιητής, απ’ την άλλη, καθόταν διαγώνιά τους, απέναντι από τον Λιάπκιν που είχε πέσει ήδη αναίσθητος στο πάτωμα. Με το στριφτό τσιγάρο στο δεξί του χέρι προσπαθούσε να μιμηθεί τις κινήσεις ενός Οράσιο Ολιβέιρα, πρόθεση αντίστασης στη σλαβική κατάθλιψη που επικρατούσε στο τραπέζι, ανεπιτυχώς, καταφέρνοντας μόνο να επαναλαμβάνει ιδεοληπτικά τη λέξη ραγιουέλα. Με την εκπνοή της τελευταίας ρουφηξιάς  λέξεις ακατανόητες άρχισαν να εμφανίζονται αντί για καπνό˙ λέξεις που έπαιρναν το σχήμα από τις καμπύλες μιας γυναικείας μορφής με ακόμα αδιευκρίνιστο πρόσωπο. Άρχιζε να καπνίζει πιο δυνατά, γιατί ήθελε να δει το πρόσωπό της, αλλά επί ματαίω. Αντ’ αυτού το σώμα χωρίς πρόσωπο άρχισε να μιλάει  με στίχους από τραγούδια του Chet Baker, τραγουδισμένα σε ηλιόλουστες τσεχωφικές στέπες, ανάμεσα σε σταθμούς τραίνων ενός Τολστόι. Λίγο πριν χαθούν οι λέξεις από μπροστά του άρπαξε ένα φύλο χαρτί και σαν απόχη το έριξε πάνω τους για να μην χαθούν. Ο Πάστερνακ, δίπλα του, εκνευρισμένος από τη χειρονομία του ποιητή πήρε τυχαία ένα χαρτί από την τράπουλα δίπλα του και το πέταξε πάνω του˙ η Ντάμα Κούπα έκατσε ακριβώς πάνω στη περιοχή του τίτλου του ποιήματος. Το πάνω ήμισυ γύρισε προς το μέρος του και τον ρώτησε «Το όνομά σου;», «Βάσια» απάντησε αυτός, «Τι θες από μένα;» τον ξαναρωτά, «Μία αφορμή και μια πρόθεση», «Μπορείς να μου κάνεις μια μόνο ερώτηση και όλα τα βράδια μέχρι να τελειώσεις το ποίημα έρωτα», «Πώς σε λένε;» τη ρωτά, «Το όνομά μου είναι Μάσενκα».

Το κάτω ήμισυ του χαρτιού, η αδελφή της Μάσενκα, γλίστρησε και χάθηκε κάτω από το τραπέζι να παιχνιδίζει με τους καβάλους των υπόλοιπων παιχτών. Η Άλβα όμως δεν είχε σκοπό να ακολουθήσει τη μοίρα πεοφιλούσας κόρης της ελληνικής επαρχίας. Γι’ αυτό πέταξε και έφυγε για το βορρά. Τα ίχνη της και μόνο είναι Τέχνη που την απολαμβάνουμε όλοι εμείς οι τυχεροί που την γνωρίζουμε. Η ιστορία της μένει ακόμα να γραφτεί…

20
Φεβ.
13

Ελάτε να γράψουμε ποίηση

Την κυκλοφορία της ποιητικής συλλογής του κ. Μπογδάνου σίγουρα την πληροφορηθήκατε. Εγώ είχα μια ευκαιρία να τη γλιτώσω, αλλά ο καλός φίλος και συνάδελφος sternenwandler δε σεβάστηκε την ανάγκη μου για μη-ενημέρωση-για-ανούσια-έως-αδιάφορα-πολιτιστικά-γεγονότα. Από τη στιγμή λοιπόν που το κακό έγινε, νιώθω την ανάγκη να καταγράψω δημοσίως κάποιες από τις σκέψεις που μου δημιούργησε η συγκεκριμένη κυκλοφορία και η κριτική του Θωμά Τσαλαπάτη στην Εποχή.

Αρχικά οφείλουμε να χωρίσουμε το θέμα σε δύο υποενότητες. Η πρώτη προκύπτει αναπόφευκτα φαιδρή. Κάθε γενιά έχει τους ποιητές που της αξίζουν. Αν στη δικιά μας έλαχε ο κ. Μπογδάνος, να τη δέσουμε επιτέλους εκείνη τη γαμημένη πέτρα στο λαιμό και να αφεθούμε στο κύμα… Τα μικρά αποσπάσματα που υπέπεσαν στην αντίληψή μου κάθε άλλο παρά προδιαθέτουν για περαιτέρω εμβάθυνση στο έργο. Αντιθέτως προκαλούν αποστροφή! Ακόμα και αν κάποιος καταφέρει να απομονώσει την παρουσία και τη συνεισφορά του ποιητή στην κοινωνία, πράγμα δύσκολο, το έργο που παρουσιάζει είναι επαίσχυντο. Και όχι, προφανώς δε μου κοστίζει κάτι να το γράφω αυτό. Όμως εγώ φροντίζω να έχω ακόμα το συρτάρι καλά κλειδωμένο και τα στιχάκια φυλαγμένα μακριά από το φως της δημοσιότητας. Από τη στιγμή που ο κάθε καλλιτέχνης αποφασίζει να δημοσιοποιήσει τα αποτελέσματα της δουλειάς του πρέπει να είναι οπλισμένος με κάτι που υπερβαίνει ενδεχομένως το ταλέντο ή τις δεξιότητές του. Πρέπει να είναι έτοιμος να δεχθεί την αποδοκιμασία, την απόρριψη, ακόμα και το χλευασμό, όχι μόνο για το έργο του αλλά και για τον ίδιο. Γιατί δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η οποιαδήποτε μορφή τέχνης (και δράσης σε ένα ευρύτερο πλαίσιο) αποτελεί εξωτερίκευση κάποιου χαρακτηριστικού της προσωπικότητάς μας, το οποίο μπορεί να είναι όμορφο ή άσχημο, μπορεί να κατευνάζει ή να οξύνει τα πάθη, μπορεί να βρίσκει ή όχι ανταπόκριση. Έχοντας αυτό κατά νου, αγαπητέ κ. Μπογδάνο, δεν πρέπει ούτε να σοκάρεστε ούτε να απορείτε με την κριτική. Τα ποιήματά σας είναι άθλια! Τώρα, αν αυτά συνδεθούν με το πρόσωπό σας και γίνουν ακόμα πιο αντιπαθή, είπαμε, είναι αναπόφευκτο.

Η δεύτερη υποενότητα αφορά την προβολή που λαμβάνει η ποίηση του κ. Μπογδάνου. Προσωπικά πιστεύω ότι μια αρνητική κριτική είναι καλύτερο να μη γραφεί. Ο χρόνος μας είναι πραγματικά τόσο λίγος που δεν αξίζει να σπαταλιέται. Ωστόσο, η παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «ΟΝ» από καταξιωμένους ανθρώπους του χώρου και πολύ περισσότερο η επιλογή των εκδόσεων Γαβριηλίδης για αυτή την έκδοση προβληματίζουν. Πριν δύο καλοκαίρια είχα παραστεί στην παρουσίαση της συλλογής «Στροφάδες» του νέου ποιητή Τάσου Τάκη, στο προσφάτως εγκαινιασμένο τότε χώρο των εκδόσεων στο Μοναστηράκι. Μια λιτή εκδήλωση, χωρίς φανφάρες, με επίκεντρο την ποίηση και τους λόγους. Τους λόγους που κάνουν ένα νέο άνθρωπο με προβληματισμούς και όνειρα, ένα νέο άνθρωπο κοντολογίς που ελάχιστα διαφέρει με όλους εμάς, να ανοίξει την ψυχή του στο κοινό. Στην ψυχή του Τάσου Τάκη είδα ομορφιά, είδα τις Στροφάδες μέσα από τα μάτια του κι ένιωσα – έστω και στον απειροελάχιστο βαθμό – κάποιους από αυτούς τους λόγους. Στην ψυχή του κ. Μπογδάνου βλέπω αυτό:

Shelob's net

Καλή τύχη στον απεγκλωβισμό!

Υποσημείωση 1: Το παρόν άρθρο δεν είχε επ’ ουδενί σκοπό να μειώσει, ειρωνευτεί ή γελοιοποιήσει κανένα και καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Κάποιοι καλλιτέχνες τα καταφέρνουν από μόνοι τους.

Υποσημείωση 2: Η πολύ ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή «Στροφάδες» του Τάσου Τάκη από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.

18
Ιαν.
13

Letras españolas.2 Αντιφασιστικό: Angelitos negros

Τα μαύρα αγγελούδια του Andrés Eloy Blanco για την πολυπολιτισμική γιορτή 19 Γενάρη – Αθήνα πόλη αντιφασιστική

Τούτο το site δεν είναι πολιτικό, ούτε η στήλη αποφάσισε ξαφνικά να χρωματιστεί. Ωστόσο η ιδεολογία δε λείπει και συνάμα η πολιτική στάση που εκπορεύεται από αυτή. Ο πολιτισμός και η τέχνη σε κάθε τους μορφή πρέπει να ασκούν κοινωνική κριτική και πολύ περισσότερο επιβάλλεται να τοποθετούνται δημοσίως και με σαφήνεια απέναντι σε καίρια κοινωνικά προβλήματα με έντονη πολιτική χροιά. Σήμερα κάνουμε μια στάση στο φασισμό.

mural en la plaza andres eloy blancoΦασισμός, ρατσισμός, ναζισμός, εθνικισμός. Λόγια, λέξεις και έννοιες που μπλέκονται. Όσο κι αν ετυμολογικά διαφέρουν, οι ουσίες τους ειδικότερα σε τέτοιες εποχές αλληλοκαλύπτονται σε τέτοιο βαθμό που καθιστά περιττό έως ανούσιο το διαχωρισμό τους. Το Σάββατο 19 Ιανουαρίου η Αθήνα δείχνει ότι είναι πόλη αντιφασιστική, ντύνεται την πολύχρωμη φορεσιά της πολυπολιτισμικότητας και στέλνει το φίδι πίσω στ’ αυγό του. Το αρχικό κάλεσμα που υπογράφουν ήδη διάφοροι φορείς και οργανώσεις μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

Το Letras españolas, ως ελάχιστη συμμετοχή, παρουσιάζει σήμερα το ποίημα του Βενεζουελάνου ποιητή Andrés Eloy Blanco (1896-1955) με τίτλο Angelitos Negros (μτφ. Μαύρα αγγελάκια). Μπορείτε να βρείτε το πρωτότυπο ποίημα εδώ.

 

Παρακάτω επιχειρούμε ως συνήθως μια απόδοσή του στα ελληνικά και το ακούμε τραγουδισμένο σε διάφορες εκτελέσεις.

Αχ κόσμε! Η άμοιρη η Juana.
Τι συμφορά τη βρήκε!
Της πέθανε ο μαυρούλης της,
στ’ αλήθεια, κύριε.


– Αχ, σύντροφε της ψυχής μου,
τόσο υγιής που ήταν ο μαύρος!
Δεν αφουγκράστηκα τις πληγές του,
δεν αφουγκράστηκα τα κόκκαλά του˙
όπως έμενα ισχνός,


τον μετρούσα με το κορμί μου,
μου σκελετωνόταν
όπως κι εγώ σκελετωνόμουν.

Μου πέθανε ο μαυρούλης μου˙
ο Θεός θα τον έχει στις υπηρεσίες του˙
ήδη θα τον όρισε
αγγελούδι στον Ουρανό.

– Γελιέσαι, συντρόφισσα, αν νομίζεις
ότι δεν υπάρχουν μαύρα αγγελούδια.

Ζωγράφε των αγίων της κρεβατοκάμαρας,
ζωγράφε χωρίς γη στο πετσί σου,
που όταν ζωγραφίζεις τους αγίους σου,
λησμονείς το χωριό σου,
που όταν ζωγραφίζεις τις Παρθένες σου
ζωγραφίζεις όμορφα αγγελάκια,
αλλά ποτέ δε θυμήθηκες
να ζωγραφίσεις έναν άγγελο μαύρο.

Ζωγράφε που γεννήθηκες στη γη μου,
με το ξένο πινέλο,
ζωγράφε που συνεχίζεις στα βήματα
τόσων παλιών ζωγράφων,
ακόμα κι αν η Παρθένος ήταν λευκή,
ζωγράφισέ μου μαύρα αγγελούδια.

Στο χωριό μου δεν υπάρχει ζωγράφος
που να ζωγραφίζει αγγελάκια.
Εγώ θέλω αγγελάκια λευκά
μαζί με αγγελάκια μελαχρινά.
Οι άγγελοι από καλή οικογένεια
δεν είναι αρκετοί για τον ουρανό μου.

Αν μένει ένας ζωγράφος αγίων,
αν μένει ένας ζωγράφος ουρανών,
που να φτιάξει ουρανό από τη γη μου,
με τους τόνους του χωριού μου,

με τον άγγελό του με άψογες χάντρες,
με τον άγγελό του με συνηθισμένο χτένισμα,
με τους ξανθούς αγγέλους,
με τα λευκά αγγελάκια,
με τα ερυθρόδερμα αγγελάκια,
με τα μαύρα αγγελάκια,
που γυρνούν στις γειτονιές τ’ ουρανού
τρώγοντας μάνγκο.

Αν μια μέρα ανέβω στον ουρανό,
πρέπει να σε συναντήσω
άγγελε του διαβόλου,
κατάμαυρο σεραφείμ.

Αν ξέρεις να ζωγραφίζεις τη γη σου,
έτσι πρέπει να ζωγραφίζεις τον ουρανό,
με τον ήλιο του να καβουρδίζει τους λευκούς,
με τον ήλιο του να κάνει τους μαύρους να ιδρώνουν,

γιατί γι’ αυτό τον έχεις
ζεστό και όμορφο.
Ακόμα κι αν η Παρθένος ήταν λευκή,
ζωγράφισέ μου μαύρα αγγελούδια.

Δεν υπάρχει ξωκλήσι,
δεν υπάρχει εκκλησία σε χωριό,
που να άφησαν αγγελάκια μαύρα
να μπουν στο κάδρο.

Και λοιπόν, που πάνε
τ’ αγγελάκια του χωριού μου,
τ’ αετόπουλα του Guaribe,
τα σπουργιτάκια του Barlovento;

Ζωγράφε, που ζωγραφίζεις τη γη σου,
αν θέλεις να ζωγραφίσεις τον ουρανό,
όταν ζωγραφίσεις αγγελάκια,
θυμήσου το χωριό σου

και πλάι στον ξανθό άγγελο
και μαζί με το λευκό άγγελο,
ακόμα κι αν η Παρθένος ήταν λευκή,
ζωγράφισέ μου μαύρα αγγελούδια.

«Angelitos Negros» είναι ο τίτλος μιας μεξικάνικης ταινίας που γυρίστηκε το 1946 με σενάριο βασισμένο στην αμερικάνικη ταινία Imitation of Life (1934, από την ομώνυμη νουβέλα της Fannie Hurst) και το ποίημα του Andrés Eloy Blanco. Σκηνοθέτης και σεναριογράφος της ο Joselito Rodríguez και ο πρωταγωνιστικός ρόλος στον Pedro Infante, ο οποίος τραγουδά σε μια πολύ συγκινητική σκηνή της ταινίας το ομώνυμο τραγούδι που περιέχει μεγάλο μέρος του ποιήματος του Eloy Blanco σε μουσική του Manuel Álvarez Maciste.

Το τραγούδι γνώρισε διάφορες εκτελέσεις από τις οποίες ξεχωρίζουν οι εξής:
Roberta Flack (First Take, 1969)
Νανά Μούσχουρη (Un Bolero Por Favor, 2002)
Cat Power (Jukebox, 2008, Mexican bonus track)

Όπως λέει κι ένα εύστοχο γερμανικό σύνθημα «Ούτε μέτρο στους φασίστες» και τις ιδέες τους. Ούτε σήμερα, ούτε στις 19 Ιανουαρίου, ούτε ποτέ!

Οι εκδηλώσεις της ημέρας στην Αθήνα, το Σικάγο, το Λονδίνο, τη Βαρκελώνη και… σε κάθε γειτονιά. Και η σελίδα της διοργάνωσης στο facebook.

Το τραγούδι ως απάντηση στο φασισμό: Πρωτοβουλία ενάντια στο φασισμό από τους KollektivA και την «Ελληνοφρένεια»

Η ταινία «Angelitos Negros» στο youtube.

Το γκράφιτι της αρχικής εικόνας βρίσκεται στην πλατεία Andrés Eloy Blanco, στην πρωτεύουσα της Βενεζουέλας, το Καράκας. (Πηγή)

Στις εικόνες του άρθρου η Karah Abiog χορεύει στην παράσταση «Angelitos Negros» του Donald McKayle. (Πηγή)

Για το Mixgrill, 16.01.2013




indiego

Sternenwandler

Αρχείο δημοσιεύσεων

Το Lagrimas de oro στο Mixcloud

Το ραδιόφωνο του Lagrimas de oro

Το αρχείο της Blogovision 2012

Το αρχείο της Blogovision 2013


Book In magazine

We love books and reading

cheworldtour

nine months around the world with the che brothers

Kollect-news

ενημέρωση και ειδησεογραφία

guteshoerenistwichtig

das gehört gehört

ΣΙΝΕ ΜΕΛΙΝΑ

ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΘΕΡΙΝΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ 65, ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ

Punk Archaeology

A collaborative exploration of the links between archaeology and the musical underground of Punk and New Wave

TIME

Current & Breaking News | National & World Updates

Sunday Freakshow

Radio show & Music blog

η Λέσχη

φτιάχνοντας τα τετράδια της ανυπότακτης θεωρίας

nemmblog

Music For Everyone - a North East England based 'all genre' music blog

Santa Sangre

blissful nightmares & mechanical dreams

Το σχολείο της φύσης και των χρωμάτων..

Δημοτικό Σχολείο και Νηπιαγωγείο Φουρφουρά

Stavros Mavroudeas Blog

The personal blog of S.Mavroudeas

n o w h e r e

no/where or now/here?

ΓΙΑΝΗΣ ΒΑΡΟΥΦΑΚΗΣ

Υποψήφιος Β' Αθηνών με τον ΣΥΡΙΖΑ: ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΡΙΝ ΤΙΣ ΚΑΛΠΕΣ ΤΗΣ 25ης ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ

Yanis Varoufakis

thoughts for the post-2008 world

a closer listen

A home for instrumental and experimental music.

OMADEON

Creative Work of Multiple Forms

FRACTURED AIR

The universe is making music all the time

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΟ ΚΑΤΟΙΚΩΝ Ν.Φ.-Ν.Χ.

Για την υπεράσπιση του Άλσους και της πόλης

Lumen

Audio / Visual artist. Based in Bristol UK

ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΑΔΕΛΦΩΝ

Μια εκδοτική προσπάθεια από τους εργαζόμενους στο χώρο του βιβλίου

Η Μαγική Φωνή

“There is no greater agony than bearing an untold story inside you.”

πολύφημος 2.0

στους τυφλούς βασιλεύουν οι μονόφθαλμοι

iphigeneia panetsou

A fine WordPress.com site

Sound Advice

Music Reviews

Ο μΙκρος Μιχαλης

...σκέφτηκε και έγραψε...

Σύλλογος Ιντιφάντα

Για την Αλληλεγγύη στον Παλαιστινιακό Λαό

Χρονοντούλαπο

Παύλου Παπανότη, συνταξιούχου εκπαιδευτικού.

Blackspin

" ...and still spinning with the times"

JailGoldenDawn

Για την Πολιτική Αγωγή του αντιφασιστικού κινήματος

A Plus Authors

Book Blogging from a Guy's Perspective

AIXMH

έκδοση αναρχικού λόγου

Βασιλική Σιούτη

Δημοσιογραφικό ημερολόγιο

valuewhatworths

Just another WordPress.com site

Ε.Λ.Σ.Α.Λ.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

tolmima

"Οι καιροί ου μενετοί" Θουκυδίδης

Dimitris Melicertes

I don't write, I touch without touching.

Redflecteur

About Art and Politics

histoires_μinimales

ιστορίες μινιμάλ καθημερινής τρέλας

Snippets of Suomi

pensieri, parole, opere e omissioni di un italiano ad Helsinki

Toutestin Magazine

Art Feedback Machine

Αρέσει σε %d bloggers: