Posts Tagged ‘βιβλίο

11
Ιον.
14

Φοβάσαι τι;

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

prosklisi-xilwn

Ο εκδοτικός οίκος Χίλων σάς προσκαλεί στην παρουσίαση του βιβλίου «Τι φοβάσαι;» της ψυχοθεραπεύτριας Σοφίας Γιαννοπούλου

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014 στις 20:00 στο βιβλιοπωλείο-καφέ Booktalks (Αρτέμιδος 47 & Αγίου Αλεξάνδρου 58, Παλαιό Φάληρο)

Συντονιστής της παρουσίασης:
Παύλος Λαουτάρης, οικονομολόγος

Ομιλητές:
Ευάγγελος Κουσιάδης, Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας-Ψυχοθεραπευτής
Κούλα Πλέρου, Ενεργειακή Θεραπεύτρια

ti-fovasai-cover

Ο φόβος είναι από αυτά που μας καίνε και μας τρώνε την ψυχή. Κι όλα αυτά, μια μόνο κατάληξη πρέπει να έχουν!

06
Ιον.
13

Βραστά καρότα αντί για… σκατά

Β-ολική ΑναισθησίαΦαντάσου μια φυλακή, όπου οι κρατούμενοι τρώνε κάθε μέρα διαφορετικό φαγητό, μακαρόνια τη Δευτέρα, τυρόπιτα την Τρίτη, φασόλια την Τετάρτη και ούτω καθεξής. Επιπλέον, κάθε Κυριακή, τους φέρνουνε μπουζούκια και γίνεται στο προαύλιο της φυλακής γλέντι μέχρι πρωίας. Μέχρι που μια μέρα, η διοίκηση της φυλακής συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει σάλιο, τα λεφτά έχουν τελειώσει, και ο μόνος τρόπος για να συνεχίσει να υπάρχει η φυλακή είναι να ταΐζουν τους κρατούμενους βραστά καρότα κάθε μέρα, πρωί-μεσημέρι-βράδυ. “Μα θα γίνει εξέγερση, κύριε διευθυντά, θα μας λιντσάρουν οι τρόφιμοι, και με το δίκιο τους”, λέει ένα τσιράκι στο διευθυντή. Οπότε τι κάνει ο τελευταίος; Φωνάζει στο γραφείο του δέκα τσάτσους κρατούμενους και τους λέει να αρχίσουν να διαδίδουν ότι η κατάσταση είναι τόσο τραγική, που από την άλλη βδομάδα όλοι οι κρατούμενοι θα τρώνε σκατά, κυριολεκτικά όμως. Και ότι δεν είναι απλά φήμη, αλλά αναπόφευκτο και δεδομένο, θα ακουμπάς το δίσκο σου στον πάγκο και ο μάγειρας θα σου βάζει μέσα κουράδες, τέλος.

Οι τσάτσοι αρχίζουν λοιπόν να κάνουν την δουλειά τους, το νέο κυκλοφορεί αμέσως παντού και το σοκ φυσικά είναι τεράστιο. Υπάρχουν βέβαια αντιδράσεις, όχι όμως σε πολύ μεγάλο βαθμό, γιατί όσο ο άλλος δεν βλέπει ακόμα τη σβουνιά στο πιάτο του, κάπου μέσα ελπίζει ότι μπορεί και να τη γλιτώσει.

Όσο οι μέρες περνάνε και οι αντιδράσεις ψιλοφουντώνουν, οι τσάτσοι αρχίζουν να παίζουν τεχνηέντως το παιγνίδι της ενοχής: “Εδώ που τα λέμε, βέβαια, καλά να πάθουμε, που θέλαμε και μπουζούκια κάθε Κυριακή, να τα λέμε και όλα”.

Κάποιοι λίγοι τρόφιμοι αντιδρούν και λένε ότι εμείς ρε παιδιά δεν γουστάραμε ποτέ μπουζούκια, ούτε ποτέ συμμετείχαμε στο γλέντι. Δεν φτάνει που ανεχόμασταν κάθε Κυριακή βράδυ τα σκυλάδικα σας, πρέπει τώρα να την πληρώσουμε και εμείς μαζί με όλους; Φυσικά, κανείς δεν τους δίνει σημασία.

Προς το τέλος της εβδομάδας, έχει πια επικρατήσει κλίμα μοιρολατρίας, την αντίδραση έχει διαδεχθεί η απάθεια και την απείθεια η αδράνεια. Ο ξεθωριασμένος από τις συνεχείς πλύσεις εγκέφαλος των κρατουμένων είναι έτοιμος πλέον να δεχθεί το χειρότερο, ως δικαιολογημένα αναπόφευκτο.

Και έτσι φτάνει η Κυριακή, και αργά το απόγευμα παίρνει το μικρόφωνο ο διευθυντής και ανακοινώνει: “Κύριοι, σας έχω ευχάριστα νέα. Ύστερα από κοπιώδεις προσπάθειες της διεύθυνσης και εμού προσωπικά, το μενού από αύριο δεν θα είναι σκατά, αλλά βραστά καρότα!!!” Και από κάτω φυσικά γίνεται της πουτάνας, αγκαλιασμένοι οι κρατούμενοι κλαίνε από χαρά, οι τσάτσοι ξελαρυγγιάζονται “ζήτω ο διευθυντής!”, το πλήθος αγάλλεται για το θαύμα της τελευταίας στιγμής.

Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς χειρότερα.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Κωστάκη Ανάν “Β-ολική Αναισθησία”

Καλή μας όρεξη!

07
Ιαν.
13

Στο δρόμο με τον Ντην και τον Σαλ

road1

Άρτι αφιχθείς από το τώρα στα 1947 –ή μήπως ήταν 2047;- έπεσα μπροστά στο δρόμο τους. Με τα άγρια βλέμματά τους με εξέτασαν. Μετά από τόσα ταξίδια από τη μια άκρη της Αμερικής στην άλλη με όλους τους πιθανούς και απίθανους τρόπους και τον κόσμο που είχαν αντιμετωπίσει μπορούσαν σε μερικά δευτερόλεπτα να ξέρουν με ποιον έχουν να κάνουν. Δεν έφερα αντίσταση, δε προσπάθησα να κρυφτώ, τους άφησα ελεύθερα να κοιτάξουν. Ρώτησα απευθυνόμενος κυρίως στον πιο ήρεμο, εάν μπορούσαν να με πάρουν μαζί τους, οπουδήποτε –είχα και χρήματα για βενζίνη. Τον είδα να γυρνάει στον άλλο με τη γαμψή μύτη και να του ψιθυρίζει κάτι στο αυτί. «Ναι, ναι, ναι!» έκανε αυτός και γυρνώντας απότομα προς το μέρος μου με άρπαξε απ’ τους ώμους και είπε κάτι για το σκοπό του ταξιδιού και ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ και την πραγματική αλήθεια του κόσμου που τρέχει πάνω στο δρόμο και κυνηγάει να τη βρει και άλλα ακατανόητα και θλιβερά, αλλά τόσο αληθινά.
Και ξεκινήσαμε! Αρχή μας ο δρόμος στη μέση αυτός και τέλος πάλι εκείνος. Και κάναμε το πιο ωραίο ταξίδι που έγινε ποτέ. Πότε με τα πόδια, πότε με νοικιασμένο αμάξι, πότε με κλεμμένο, πότε σε γέρικα καμιόνια μαζί με μια ντουζίνα αλήτες σα κι εμάς με την ανταύγεια από το φως του αποσπερίτη να λάμπει στο μαύρο των ματιών τους να ψάχνουν σε αυτή την αχανή χώρα δύο πιθαμές γης που να τους ταιριάζουν –και να μην τις βρίσκουν ποτέ. Και μου έδειξαν την Αμερική, την Αμερική τους, τις γκρίζες πόλεις τους που ξεφύτρωναν στη μέση του πουθενά γεμάτες από κτηνώδεις νέους και φοβισμένες κοπέλες και μου έδειξαν την τρέλα, την τρέλα της γενιάς τους, τη δική τους τρέλα, την τρέλα του Ντην που όταν έλαμπε το πρόσωπό του την έβλεπα ξιπασμένη να κρέμεται από τα ματοτσίνορά του και να μου κλείνει το μάτι, ενώ αυτός τη χάιδευε σαν τη μικρή του αδερφή΄ και μου έδειξαν τις ψυχές τους ατόφιες, γιατί ήθελαν να επικοινωνήσουν και δεν ήξεραν πώς και μου έδειξαν πώς ουρλιάζει ένας ηττημένος γιατί ήθελαν να μιλήσουν και δεν ήξεραν πώς και στο τέλος μετά από χιλιάδες χιλιόμετρα, ποτά, ναρκωτικά, γυναίκες, τζαζ, συζητήσεις κατάλαβα τη δυστυχία του να είσαι Αμερικάνος και να μη χωράς στη χώρα σου, να είσαι Αμερικάνος και παράλληλα να είσαι καταδικασμένος από τη φύση σου να είσαι ελεύθερος. Τους άφησα λίγο πιο έξω από το Ντένβερ να σέρνουν μια σαραβαλιασμένη Κάντιλακ και να λέει ο Ντην ιστορίες από το αναμορφωτήριο. Γελάγανε όπως πάντα σαν παιδιά. Από πίσω ο απογευματινός ήλιος θώπευε το πελιδνό τοπίο της Αμερικής. Από πίσω τους ερχόταν η Άνοιξη με τα λουλούδια.

jack kerouac Ο J.Kerouac στο On the road μέσω της αποσπασματικής περιγραφής των ταξιδιών του κατά μήκος των Η.Π.Α. καταφέρνει να δημιουργήσει μια ολοζώντανη τοιχογραφία της μεταπολεμικής χώρας και της δεύτερη χαμένης γενιάς του 20ού αιώνα. Κατά τη διάρκεια αυτών των ταξιδιών εμφανίζονται προσωπικότητες (άλλες για δυο σειρές και άλλες για κεφάλαια ολόκληρα) της αμερικανικής περιθωρίου -underground για να συνεννοούμαστε- με εμβληματικότερη όλων αυτή του Αγίου-τρελού φίλου του Kerouac Neal Cassady (στο βιβλίο ως Ντην Μοριάρτυ). Έναν άνθρωπο που ο καθένας θα ευχόταν να έχει φίλο –και κάθε μητέρα θα απευχόταν… Το βιβλίο είναι ιδιαίτερο, γιατί εκτός της ασαφούς δομής του δεν περιλαμβάνει όλες αυτές τις «συνταγές» και «μανιερισμούς» που απαιτούνται για να χαρακτηριστεί ένα βιβλίο κλασικό και για αυτό εν τέλει είναι, γιατί ανατρέπει τους κανόνες δημιουργώντας καινούργιους υπακούοντας τους μέχρι τέλους. Με άλλα λόγια ο συγγραφέας εκφράζει με αυθεντικό τρόπο την προσωπική του αισθητική αλήθεια. Το βιβλίο σε κερδίζει ακριβώς εκεί που άλλα αριστουργήματα σε κάνουν να αμφιβάλλεις για την ειλικρίνεια του συγγραφέα τους, γιατί κάθε λέξη που γράφει ο Kerouac είναι αληθινή, την έχει ζήσει και μας την προσφέρει φρέσκια στο πιάτο. Για μένα όμως η μοναδικότητα του βιβλίου αυτού έγκειται στο ρυθμό του. Ήρεμες και γλαφυρές περιγραφές σε μικρές προτάσεις εναλλάσσονται με φρενήρεις περιγραφές μεθυσιών σε μπυραρίες ή τζαζ-κλαμπ χωρίς σημεία στίξης για σελίδες ολόκληρες χωρίς φαινομενικό συντακτικό ειρμό όπου χάνει το υποκείμενο το ρήμα και το ρήμα το αντικείμενο – με αντίστοιχο τρόπο γυρνάνε ασφαλώς και οι σελίδες. Αλλά πραγματικά τώρα: μπορεί κανείς να περιγράψει ακόμα και την επόμενη μέρα νηφάλιος το μεθύσι της προηγούμενης βραδιάς;;; (ναι, είμαι σίγουρος κανείς δεν έχει μεθύσει τόσο πολύ που να έχει κενά μνήμης -όπως και εγώ ασφαλώς, απλώς το ξέρω από τα βιβλία βιοχημείας…). Όχι! Αλλά ο παλμός υπάρχει ακόμα εκεί μέσα στο κεφάλι που κουδουνίζει ακόμα και σου υπενθυμίζει τα χθεσινά. Έτσι είναι και οι περιγραφές του Kerouac, γεμάτες κενά –γιατί προφανώς δεν θυμόταν όλες τις λεπτομέρειες, αλλά με ένα ρυθμό τρελό, ένα ρυθμό που ταιριάζει απόλυτα με την αγαπημένη μουσική των πρωταγωνιστών: της Bebop. Κοντολογίς, το βιβλίο είναι τζαζ! (Επ’ αφορμή αυτών να πω και συγχαρητήρια στη μεταφράστρια Δήμητρα Νικολοπούλου που κατάφερε όσο μπορούσε να κρατήσει «τα μέτρα» του πρωτότυπου).

Εν κατακλείδι, ένα βιβλίο που μετά από 60 χρόνια και παρόλες τις φθηνές αντιγραφές που έχει υποστεί από όλες τις τέχνες διατηρεί ακόμα τη φρεσκάδα του και αξίζει να το έχετε στη βιβλιοθήκη σας.

Διαβάστε ακόμα: Η ιστορία της φωτογραφίας

12
Νοέ.
12

Κράτα γερά!

– Σκεφτόμουν ότι στο στρατό ένας μέσος άνθρωπος μπορεί να θεωρηθεί βλάκας,
είπε ο Πέτρος.

– Κι ένας μέσος βλάκας μπορεί να θεωρηθεί άνθρωπος, είπε ο γιατρός.

Από το Λοστρέ του Λένου Χρηστίδη.

Στο Μάριο.

12
Σεπτ.
12

Β-ολική Αναισθησία

Όταν ήρθε μια εποχή που το τυρί άρχισε να λιγοστεύει επικίνδυνα, μαζεύτηκαν ως συνήθως όλες οι γάτες μαζί για να βρούνε λύση στο πρόβλημα. Τα πράγματα ήταν ακόμη πιο δύσκολα γιατί εν τω μεταξύ είχαν σηκώσει κεφάλι και τα ποντίκια και ζητούσαν το μερίδιο που τους αντιστοιχούσε από τα αποθέματα.

Στη μεγάλη αίθουσα των συνεδριάσεων υπήρχε μεγάλη αναταραχή, αντεγκλήσεις, νυχιές, δαγκώματα, χαμός. «Κάτω τα χέρια από τα ποντίκια! Είμαστε όλοι ζώα!» νιαούριζαν ακίνδυνα όσοι κάθονταν στα αριστερά. «Τα θεμελιώδη δικαιώματα των ποντικών είναι άμεση συνάρτηση των γατίσιων συμφερόντων», πετούσαν την φαντεζί αρλούμπα τους, όπως πάντα, οι γάτες του κέντρου.

«Εδώ δεν έχουμε να φάμε εμείς, θα ταΐζουμε και τα ποντίκια τώρα; Να φύγουνε, να πάνε αλλού!» ούρλιαζαν τα κωλόγατα από τη δεξιά πλευρά της αίθουσας. Το προεδρείο κοιτούσε με απάθεια. Έτσι κι αλλιώς, οι αποφάσεις ήταν ήδη ειλημμένες: Τα ποντίκια φυσικά δεν είχαν καμία ελπίδα. Με τα νέα μέτρα, όμως, θα έμεναν και ένα σωρό γάτες ξεκρέμαστες, και αυτό μπορεί να οδηγούσε σε γενικότερες αναταραχές.

Ο κεραμιδόγατος δημόσιας τάξης κοίταξε τον πρόεδρο της συνέλευσης και, από το βλέμμα που εισέπραξε, κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα να ενεργοποιηθεί για άλλη μια φορά η προαιώνια, κατάπτυστη, ανίερη συμμαχία.

Σήκωσε το τηλέφωνο, κάλεσε τον αριθμό, και μια τραχιά φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής απάντησε: «Γαβ;»

Κωστάκης Ανάν
«Βολική Αναισθησία»
Εικόνες: Sotos Anagnos
Eκδόσεις babelart, 2012

29
Απρ.
11

Η κατά Σαραμάγκου Παλαιά Διαθήκη

Το βιβλίο του Ζοζέ Σαραμάγκου δεν έπεσε τυχαία στα χέρια μου. Είχα μόλις διαβάσει το υπέροχο «Περί Τυφλότητας» (που μεταφέρθηκε στο σινεμά το 2008 με μέτρια αποτελέσματά) και είχα μαγευτεί τόσο από το περιεχόμενο και τις ιδέες του νομπελίστα Πορτογάλου συγγραφέα όσο και από τον ιδιαίτερο τρόπο γραφής του (που αποδόθηκε εξαιρετικά από τη μετάφραση της Αθηνάς Ψυλλιά). Η πιο πρόσφατη κυκλοφορία του στα ελληνικά (που έμελλε να είναι και το κύκνειο άσμα του – πέθανε τον Ιούνιο του 2010) ήταν ο «Κάιν». Η αλήθεια είναι ότι διανύω μια περίοδο θρησκευτικής αναζήτησης και ενδοσκόπησης για τα θέματα της πίστης, οπότε το θέμα φαινόταν ιδιαίτερα ελκυστικό.

Διαβάζοντας το οπισθόφυλλο σχηματίζει κανείς την ιδέα ότι πρόκειται για μια “ελεύθερη διασκευή” της Βίβλου. Οι κύριοι πρωταγωνιστές είναι  ο Θεός και ο Κάιν που βρίσκονται σε μια ιδιότυπη αντιπαράθεση. Ο Θεός παρουσιάζεται ως εγωιστής νάρκισσος με μια εξαιρετικά ευέλικτη συνείδηση, που συμφωνεί μαζί του ό,τι κι αν αυτός κάνει. Από την άλλη, ο Κάιν αποτελεί τον πρώτο αντάρτη, ένα από τα δημιουργήματα του Θεού που επαναστατεί και διεκδικεί την ελευθερία του. Η ιδέα της ελεύθερης βούλησης ιδωμένη μέσα από το πρίσμα του χριστιανικού κηρύγματος τίθεται υπό αμφισβήτηση. Υφίσταται πραγματικά το δικαίωμα επιλογής ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, ανάμεσα στον Παράδεισο και την Κόλαση; Πώς καθορίζεται και αξιολογείται η κάθε πράξη ενός ανθρώπου, ακόμα και αν υποτεθεί ότι αποτελεί υπόδειγμα καλού Χριστιανού;

Ο «Κάιν» δεν απαντά σε κανένα ερώτημα. Ακόμα χειρότερα˙ δημιουργεί πολύ περισσότερα. Ο αναγνώστης πρέπει να ξεπεράσει το αρχικό μούδιασμα που μπορεί να προκαλέσει στα χρηστά χριστιανικά ήθη η διεξαγωγή ενός διαλόγου Θεού-ανθρώπου όπου και οι δυο συμμετέχουν ως ισότιμοι συνομιλητές. Εν συνεχεία, έρχεται η δοκιμασία με το ξαναγράψιμο της Βίβλου, όπου πολλά από τα περιστατικά (η καταστροφή των Σοδόμων, η θυσία του Ισαάκ, ο πύργος της Βαβέλ, η δοκιμασία του Ιώβ κ.ά. ) εξετάζονται με κριτική διάθεση χρεώνοντας στο Θεό ίσο – αν όχι μεγαλύτερο – μερίδιο ευθύνης. Η γλώσσα του Σαραμάγκου είναι αιρετική, θρασεία και ενοχλητική σε αρκετά σημεία ακόμα και για το μετριοπαθή αναγνώστη. Το χιούμορ εμπλέκεται με την ειρωνεία και ο σαρκασμός με την υπερβολή.

Πολλά αλλάζουν όμως στο όντως απρόβλεπτο (όπως υπόσχεται το οπισθόφυλλο) τέλος του βιβλίου. Όσο κι αν ο συγγραφέας στις πρώτες 150 σελίδες παρουσιάζεται άθεος, στις τελευταίες σελίδες υποβόσκει μια άδηλη επιθυμία για κάποια πίστη (ή αλλιώς “νοσταλγία για μια πίστη”, όπως είχε πει ο Παζολίνι). Γιατί ο άνθρωπος έχει την ικανότητα να μετατρέπει τη δύναμη του σε καταστροφή. Γιατί θα βόλευε ακόμα και τους άθεους να υπήρχε ένας Θεός υπεύθυνος για τα πάντα.

Το δίλημμα λοιπόν που εξετάζεται στο βιβλίο δεν είναι αν υπάρχει Θεός ή όχι, αλλά σε ποιο βαθμό Αυτός επηρεάζει τις επιλογές των ανθρώπων και την αυτοδιάθεσή τους. Ο εσωτερικός διάλογος – όσο βαθιά ή μη κι αν είναι η πίστη για την ύπαρξη του – μόνο εποικοδομητικός μπορεί να είναι. Κι ο «Κάιν» του Σαραμάγκου αποτελεί την ιδανική αφορμή για να ξεκινήσει (ή να συνεχιστεί) η αναζήτηση του Θεού καθώς και μια χρυσή ευκαιρία να γνωρίσει κάποιος το έργο του προσφάτως αποθανόντα συγγραφέα. Εξάλλου η ιστορία των ανθρώπων είναι η ιστορία της ασυνεννοησίας τους με το Θεό – ούτε αυτός καταλαβαίνει εμάς, ούτε εμείς εκείνον.

24
Ιαν.
10

«Ο χαμένος (ή κερδισμένος) χρόνος»

Είναι κάτι στιγμές που μου έρχεται, εκεί που περπατάω το πρωί στο δρόμο βιαστικά, αγχωμένος για να προλάβω κάποια δουλειά, έτσι ξαφνικά να ξαπλώσω σε μια γωνιά, δίπλα σε χαλασμένες υδρορροές, πάνω σε μπάζα, εκεί που κατούρησε χτες το βράδυ ένας περαστικός, να βάλω την τσάντα μου για προσκεφάλι και να κάτσω έτσι ξαπλωμένος δυο-τρεις ώρες. Μπορεί και να κοιμηθώ και λίγο… ναι, σίγουρα, έναν υπνάκο θα τον πάρω. Θα βγει και ένα ήλιος ωραίος να με ζεστάνει, και εγώ θα κάθομαι εκεί και θα τρίβομαι σαν γάτα στον ήλιο, θα χασμουριέμαι και θα τεντώνομαι, θα περνάει ο κόσμος γύρω μου και θα με κοιτάει απορημένος, αλλά εγώ στ’ αρχίδια μου. Και θα αρχίσουν να με ψάχνουν όλοι όσοι με περιμένουν και θα χτυπάει συνέχεια το κινητό μου, αλλά μια αισθησιακή φωνή θα τους λέει ότι θα ειδοποιηθώ μόλις το ανοίξω. Και θα περάσει ένας κύριος γύρω στα πενήντα, θα κοντοσταθεί και θα μου πει καλόκαρδα «μήπως χρειάζεσαι βοήθεια, νεαρέ;» και θα του απαντήσω «όχι, ευχαριστώ, μήπως μπορείτε να κάτσετε λίγο εδώ δίπλα μου;» και ο κύριος θα το σκεφτεί λίγο, θα κάνει να φύγει, αλλά και πάλι θα σταθεί, και τελικά θα βγάλει μια εφημερίδα από τη μέσα τσέπη της καπαρντίνας του, θα την απλώσει κάτω και θα καθίσει δίπλα μου προσεκτικά, μη λερώσει το παντελόνι του και του βάλει πάλι τις φωνές η γυναίκα του. Και θα κάτσουμε έτσι πέντε λεπτά, χωρίς να μιλάμε, κοιτώντας τους περαστικούς, άλλοι βιαστικοί, άλλοι να τσακώνονται με κάποιον στο τηλέφωνο, μια γριά με τσάντες από σούπερ μάρκετ, ένας τύπος που μιλάει μόνος του δυνατά… Και θα πω στον κύριο «πείτε μου κάτι από τα παλιά που θα δίνατε τα πάντα για να ξαναζήσετε».

Και ο κύριος, αντί να σηκωθεί να φύγει, κάθεται και σκέφτεται και μετά λέει:
«Όταν ερχόταν το Πάσχα και μοσχοβολούσε ο τόπος όλος… μας έστελνε ο παπα-Λάζαρος να μαζέψουμε δάφνες, όσο περισσότερες μπορούσαμε, για να στολίσουμε τον επιτάφιο. Και εμείς ξεχυνόμασταν, καμιά τριανταριά πιτσιρίκια, σε όλο το χωριό, και βούιζε ο τόπος. Και μια φορά, θυμάμαι, εγώ είχα δει σ’ ένα χωράφι πολλές δάφνες και είχα πει στη Βασιλική “ξέρω πού έχει πολλές” και εκείνη με ακολούθησε και καθίσαμε και μαζέψαμε ένα σωρό, οι δυο μας, μακριά από τους άλλους. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα την επιδοκιμασία και την αποκλειστικότητα στην παρέα ενός κοριτσιού, γιατί στα παιχνίδια δεν ήμουν και πολύ δυνατός και πάντα ήμουν από τους τελευταίους που διάλεγαν οι “αρχηγοί” στις ομάδες. Δεν θα ξεχάσω ποτέ πώς μύριζε εκείνο το χωράφι με τις δάφνες…»

«Και πού είναι τώρα η Βασιλική;».
«Δεν ξέρω, ούτε και με νοιάζει. Η θέση της είναι μέσα σ’αυτή την ανάμνηση και πουθενά αλλού».
Κάθεται άλλα πέντε λεπτά χωρίς να μιλάει και μετά, σαν να θυμάται ξαφνικά ότι κάτι πολύ σημαντικό τον περιμένει, σηκώνεται απότομα και φεύγει.

«Θα κάτσω άλλα πέντε λεπτά», σκέφτομαι, «αλλά αυτά τα πέντε λεπτά θα τα απολαύσω όσο περισσότερο γίνεται».
Ζητάω ένα τσιγάρο από τους περαστικούς, η θέα μου ξενίζει τους πιο πολλούς, τελικά μια κοπελιά σταματάει και μου δίνει ένα. Ξαπλώνω στη γωνία μου, κλείνω τα μάτια μου και ρουφάω σιγά-σιγά όλο το τσιγάρο. Αν εμένα μου έκαναν την ερώτηση που έκανα εγώ στον κύριο πριν από λίγο, τι θα απαντούσα άραγε;
Για να δούμε… Μια σειρά από πρόσωπα, εικόνες και τόπους περνάνε από το μυαλό μου και πολεμάνε να κερδίσουν τη θέση της απάντησης στο παραπάνω ερώτημα. Δεν με ενδιαφέρει να αποφασίσω, αλλά μ’αρέσει πολύ που έχω βγει έξω από το χρόνο των άλλων, το δικό τους ρολόι τρέχει ενώ το δικό μου βαδίζει ανέμελο και σταματάει που και που για να βγάλει καμιά φωτογραφία. Το τσιγάρο σχεδόν τελείωσε, το πεντάλεπτο πέρασε πολύ όμορφα.

Μαζεύω την τσάντα μου, τινάζω τα ρούχα μου και πιάνω τη ζωή μου από εκεί που την είχα αφήσει πριν ξαπλώσω χάμω.
Απλές, καθημερινές λύσεις για μια καλύτερη ζωή…
Αν πάλι τίποτα και κανείς δεν μπορεί να σας βοηθήσει, μην απελπίζεστε.
Υπάρχει πάντα…

Η τελική λήθη (δε φάιναλ θολούθιον)
Κωστάκης Ανάν (εκδόσεις Βαβέλ 2008)




Μέχρι να αποχωρήσει και ο τελευταίος, ξένος ή μη, εκπρόσωπος κάθε τρόικας, η Ελλάδα είναι μια χώρα υπό κατοχή.

indiego

Sternenwandler

Αρχείο δημοσιεύσεων

Το Lagrimas de oro στο Mixcloud

Το ραδιόφωνο του Lagrimas de oro

Το αρχείο της Blogovision 2012

Το αρχείο της Blogovision 2013


cheworldtour

nine months around the world with the che brothers

Kollect-news

ενημέρωση και ειδησεογραφία

guteshoerenistwichtig

das gehört gehört

ΣΙΝΕ ΜΕΛΙΝΑ

ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΘΕΡΙΝΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ 65, ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ

Punk Archaeology

A collaborative exploration of the links between archaeology and the musical underground of Punk and New Wave

TIME

Current & Breaking News | National & World Updates

Sunday Freakshow

Radio show & Music blog

η Λέσχη

φτιάχνοντας τα τετράδια της ανυπότακτης θεωρίας

nemmblog

Music For Everyone - a North East England based 'all genre' music blog

Santa Sangre

blissful nightmares & mechanical dreams

Το σχολείο της φύσης και των χρωμάτων..

Δημοτικό Σχολείο και Νηπιαγωγείο Φουρφουρά

Stavros Mavroudeas Blog

The personal blog of S.Mavroudeas

n o w h e r e

no/where or now/here?

ΓΙΑΝΗΣ ΒΑΡΟΥΦΑΚΗΣ

Υποψήφιος Β' Αθηνών με τον ΣΥΡΙΖΑ: ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΡΙΝ ΤΙΣ ΚΑΛΠΕΣ ΤΗΣ 25ης ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ

Yanis Varoufakis

thoughts for the post-2008 world

a closer listen

A home for instrumental and experimental music.

OMADEON

Creative Work of Multiple Forms

FRACTURED AIR

The universe is making music all the time

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΟ ΚΑΤΟΙΚΩΝ Ν.Φ.-Ν.Χ.

Για την υπεράσπιση του Άλσους και της πόλης

Lumen

Audio / Visual artist. Based in Bristol UK

ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΑΔΕΛΦΩΝ

Μια εκδοτική προσπάθεια από τους εργαζόμενους στο χώρο του βιβλίου

Η Μαγική Φωνή

“There is no greater agony than bearing an untold story inside you.”

πολύφημος 2.0

στους τυφλούς βασιλεύουν οι μονόφθαλμοι

iphigeneia panetsou

A fine WordPress.com site

Sound Advice

Music Reviews

Ο μΙκρος Μιχαλης

...σκέφτηκε και έγραψε...

Σύλλογος Ιντιφάντα

Για την Αλληλεγγύη στον Παλαιστινιακό Λαό

Χρονοντούλαπο

Παύλου Παπανότη, συνταξιούχου εκπαιδευτικού.

Blackspin

" ...and still spinning with the times"

JailGoldenDawn

Για την Πολιτική Αγωγή του αντιφασιστικού κινήματος

A Plus Authors

Book Blogging from a Guy's Perspective

AIXMH

έκδοση αναρχικού λόγου

Βασιλική Σιούτη

Δημοσιογραφικό ημερολόγιο

valuewhatworths

Just another WordPress.com site

Ε.Λ.Σ.Α.Λ.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

tolmima

"Οι καιροί ου μενετοί" Θουκυδίδης

Dimitris Melicertes

I don't write, I touch without touching.

Redflecteur

About Art and Politics

histoires_μinimales

ιστορίες μινιμάλ καθημερινής τρέλας

Snippets of Suomi

pensieri, parole, opere e omissioni di un italiano ad Helsinki

Toutestin Magazine

Art Feedback Machine

Τα Νέα του Βελγίου

Σουρεαλιστική Επιθεώρηση Πολιτισμού

Αρέσει σε %d bloggers: